ΜΑΘΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 2: Γιατί «εκλέγουμε» λάθος πρόσωπα

Στο προηγούμενο “Μάθημα Δημοκρατίας” αναφερθήκαμε σε ένα αντεπιχείρημα που διατυπώνεται συχνά εναντίον του θεσμού των “δημοψηφισμάτων”, και της Άμεσης Δημοκρατίας γενικότερα, και αφορά στον κίνδυνο “οι πολίτες να αποφασίσουν λάθος”; Ως απόδειξη μάλιστα της θεωρίας των “λανθασμένων” αποφάσεων των πολιτών χρησιμοποιείται το εσφαλμένο επιχείρημα ότι στις γενικές εκλογές (ή και, σε αρκετές περιπτώσεις, στις δημοτικές) οι ψηφοφόροι εκλέγουν “λάθος πρόσωπα”.  

Οι εκλογές για την ανάδειξη πρωθυπουργού, βουλευτών, δημοτικών συμβούλων ή δημάρχων είναι ένα είδος ψηφοφορίας το οποίο διαφέρει ριζικά σε τόσες πολλές παραμέτρους με αποτέλεσμα να μην αποτελεί σίγουρο προάγγελο – ούτε κάν ενδειξη – για το τι θα συμβεί όταν εφαρμοστεί ο θεσμός των Δημοψηφισμάτων Πολιτών και του δοθεί επαρκές χρονικό διάστημα για να σταθεροποιηθεί. Ειδικότερα στην Ελλάδα, οι μηχανισμοί του συστήματος που οργανώνουν τις εκλογές είναι τόσο διαβρωμένοι από το σαράκι της Κομματοκρατίας που όχι μόνο καθιστούν σχεδόν αδύνατη την εκλογή ικανών και ακέραιων προσώπων, αλλά ακόμη και όταν αυτό συμβεί κατά λάθος, οι “μηχανισμοί” επικεντρώνονται πάνω σε όποιον διέφυγε του ελέγχου τους είτε για να τον διαβρώσουν, ή για να τον πετάξουν εκτός συστήματος. Έτσι, μπορούμε να πούμε, ότι τα Δημοψηφίσματα Πολιτών θα βελτιώσουν το σύστημα εκλογής αντιπροσώπων, μειώνοντας την εξουσία που σήμερα υποκλέπτουν οι μηχανισμοί της Κομματοκρατίας.

Παρακάτω θα προσπαθήσω να δώσω όσο συντομότερα γίνεται τις κυριότερες τουλάχιστον παραμέτρους που κάνουν αυτούς τους δύο τύπους ψηφοφοριών να διαφέρουν: 

  1. Το παράδειγμα της Ελβετίας δείχνει ότι όταν αφήνονται ελεύθεροι οι πολίτες να επιλέξουν τα θέματα για τα οποία θέλουν οι ίδιοι να αποφασίσουν άμεσα, αυτό οδηγεί σε τουλάχιστον 15-20 θέματα τοπικού ή εθνικού ενδιαφέροντος που φτάνουν στις κάλπες σε 4 προκαθορισμένες ημερομηνίες κάθε έτος. Η υψηλή συχνότητα σε σχέση με τη μία ψηφοφορία κάθε 4 χρόνια αφενός δίνει τη δυνατότητα συνεχούς άσκησης της πολιτικής κριτικής ικανότητας των πολιτών, αφετέρου περιορίζει την ικανότητα των κομματικών μηχανισμών (και των συνεργαζόμενων ΜΜΕ) να ενεργοποιούν τον προπαγανδιστικό, επικοινωνιακό τους μηχανισμό με την ίδια ένταση που το κάνουν στις εκλογές. Επίσης, η πολυμέρεια των δημοψηφισμάτων, και η διάσταση συμφερόντων των ΜΜΕ ανά περίπτωση, οδηγεί εκ των πραγμάτων σε διάσπαση των αραγών μετώπων προπαγάνδας που δομούνται γύρω από τις εκλογές, τόσο εντός των κομμάτων, όσο και μεταξύ αλλά και εντός των ΜΜΕ.  
  2. Όταν εκλέγουμε πρόσωπα (π.χ. βουλευτές) η επιλογή γίνεται με βάση κάποια ελάχιστα, κυρίαρχα χαρακτηριστικά της πολιτικής ταυτότητας του κόμματος/προσώπου. Η επιλογή αυτή δεν συνεπάγεται ότι αντιπροσωπεύει τον ψηφοφόρο στα πάντα (αν και οι μηχανισμοί της Κομματοκρατίας επιλέγουν να το ερμηνεύουν έτσι). Επιπλέον, υπάρχουν σημαντικά πολιτικά θέματα που δεν ήταν γνωστά προεκλογικά αλλά προκύπτουν κατά τη θητεία μιας κυβέρνησης. Η προσωρινή πλειοψηφία στις εκλογές δεν συνεπάγεται εκ προοιμίου αποδοχή κάθε κυβερνητικής απόφασης, ειδικά μάλιστα όταν αυτή δεν είχε διατυπωθεί ρητώς προεκλογικά. Για να μην αναφερθούμε δε, στο αυτονόητο πρόβλημα της προεκλογικής εξαπάτησης, όπου μετεκλογικά το κυβερνών κόμμα “άλλα έταζε και άλλα κάνει”.
  3. Επίσης, στις εκλογές προσώπων πρακτικά έχουμε να επιλέξουμε από ένα αυστηρά προκαθορισμένο εύρος επιλογών. Η πραγματική επιλογή γίνεται με ξεκάθαρα ολιγαρχικό τρόπο, από τα εκλογικά κομματικά επιτελεία όταν καταρτίζουν τις λίστες υποψηφίων, χωρίς δυνατότητα έκφρασης γνώμης επ’αυτού από τους πολίτες. Οι εκλογές μετατρέπονται έτσι σε μία αυστηρά κηδεμονευόμενη – δήθεν “ελεύθερη” – διαδικασία
  4. Στις γενικές εκλογές υπάρχει ασφυκτική διαπλοκή της Εκτελεστικής και Νομοθετικής εξουσίας γύρω από το Κόμμα. Το βασικό διακύβευμα των εκλογών αφορά τη θέση του πρωθυπουργού, δεδομένου ότι είναι ο κύριος εκφραστής της κυβερνητικής πολιτικής, έχοντας απόλυτη δύναμη να διαμορφώνει τη συνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου αλλά και την πολιτική ατζέντα. Έτσι όμως είμαστε υποχρεωμένοι να ψηφίζουμε αποκλειστικά από το ίδιο κόμμα και όχι τους καλύτερους από το σύνολο των υποψηφίων. 
  5. Οι μεμονωμένοι (ανεξάρτητοι) υποψήφιοι αποκλείονται εξ’ορισμού με βάση το εκλογικό σύστημα ενώ πρακτικά είναι αδύνατη η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων (χρηματοδότηση, αποκλεισμός από ΜΜΕ). Γι’αυτό και το τόσο υψηλό ποσοστό αποχής καθώς όσοι δεν θέλουν να εκλέξουν κάποιον από τις συστημικές επιλογές προτιμούν να απέχουν. Αν και οι συστημικοί επικοινωνιακοί μηχανισμοί επιλέγουν να μη το σχολιάζουν, η μεγάλη αποχή ακυρώνει την αντιπροσωπευτικότητα των επιλογών, επομένως και τους ισχυρισμούς περί λάθους επιλογής. Τα Δημοψηφίσματα Πολιτών αντίθετα μπορούν να βοηθήσουν στην ανάδειξη νέων πολιτικών προσώπων με αφορμή συγκεκριμένα προβλήματα, οι οποίοι σήμερα κρατούνται στην αφάνεια από τους μηχανισμούς της Κομματοκρατίας.
  6. Η αντιπροσωπευτικότητα των εκλογών υποσκάπτεται ακόμη περισσότερο από την Ενισχυμένη Αναλογική, η οποία διαστρεβλώνει τη βούληση των πολιτών και παραβιάζει την ισότητα της ψήφου. Οι ψηφοφόροι του “νικητή” έχουν ενισχυμένη αντιπροσώπευση για τις ψήφους τους, σε σχέση με τα υπόλοιπα κόμματα. Έτσι, τελικά, οι “λάθος” επιλογές αφορούν μόνο ένα μειοψηφικό ποσοστό του εκλογικού σώματος. Ωστόσο, ούτε η Απλή Αναλογική από μόνη της αποτελεί λύση, πέραν του ότι βελτιώνει την αντικειμενικότητα της αντιπροσώπευσης. Εάν οι αρχηγοί των κομμάτων αφεθούν ανεξέλεγκτοι από τους πολίτες, με το πρόσχημα των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό κυβέρνησης μπορούν να εμπλακούν σε παρασκηνιακές συναλλαγές παραβιάζοντας τις προτιμήσεις όσων τους ψήφισαν.  
  7. Η ουσία όμως του προβλήματος της αντιπροσωπευτικότητας βρίσκεται όχι τόσο στο ότι οι επιλογές για κυβέρνηση εκφράζουν μία μικρή μειοψηφία αλλά ότι οι “εκλεκτοί” της αποκτούν δυσανάλογα πλειοψηφική δύναμη στο κοινοβούλιο για να αποφασίζουν όπως θέλουν, χωρίς έλεγχο ή λογοδοσία, για 4 χρόνια. Αυτό επιτρέπει να γίνονται αδιαφανείς διαπροσωπικές συναλλαγές για την ικανοποίηση των ψηφοφόρων. Τα Δημοψηφίσματα Πολιτών περιορίζουν σε σημείο μηδενισμού τις δυνατότητες αυτών των παρεμβάσεων. 
  8. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται μία έμμεση αλλά ίσως η σημαντικότερη επίδραση των δημοψηφισμάτων στον ίδιο το θεσμό της εκλογής αντιπροσώπων. Η θεσμοθέτηση των Δημοψηφισμάτων Πολιτών θα οδηγήσει σε ριζικές αλλαγές και στους μηχανισμούς εκλογής βουλευτών, περιορίζοντας τα ιδιοτελή οφέλη που αποκομίζουν μέσω των αφανών συναλλαγών. Τελικά, θα γίνεται όλο και λιγότερο “επωφελές” για τους διεφθαρμένους η συμμετοχή τους στις εκλογές, αφήνοντας πεδίο για ικανούς και ευσυνείδητους πολιτικούς. Οι πολίτες θα κάνουν όλο και λιγότερα “λάθη” επειδή θα υπάρχουν όλο και περισσότερα ικανά πρόσωπα για να επιλέξουν – κάτι το οποίο δεν γίνεται σήμερα. 

Από τα παραπάνω προκύπτει – χωρίς αμφιβολία – ότι δεν είναι λάθος οι επιλογές των πολιτών ως προς την εκλογή βουλευτών και κυβέρνησης, αλλά δομικά λάθος είναι το πολιτικό σύστημα. Είναι το σύστημα (οι μηχανισμοί της Κομματοκρατίας και τα επικοινωνικακά του εξαπτέρυγα) που περιορίζει – έμμεσα, αδιαφανώς και αντιδημοκρατικά – τις επιλογές στις κάλπες και εγκλωβίζει τον πολίτη σε μία λογική κατασκευασμενου “διπολισμού”, τύπου “ή εμείς, ή αυτοί”. Τελικά, ο πολίτης για να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες και αγαθά που κανονικά θα παρέχονταν απρόσκοπτα από τις δημόσιες/δημοτικές υπηρεσίες, για να τις αποκτήσει πρέπει να μπει σε “αλισβερίσι” με τους πολιτικούς του προστάτες που του “πουλάνε εκδούλευση” με αντάλλαγμα την ψήφο του. 

Τα Δημοψηφίσματα Πολιτών είναι ένας θεσμός που παρεμβαίνει για ν’ αλλάξει τους  πολιτικούς κανόνες που δημιουργούν στρεβλώσεις στη νομοθετική αντιπροσώπευση και την κυβερνητική λειτουργία προς την όσο το δυνατόν ισχυρότερη έκφραση της γνήσιας θέλησης των πολλών. Υπάρχουν διάφορες ιδέες από συστήματα άλλων χωρών που θα μπορούσαν να προσαρμοστούν στα ελληνικά δεδομένα και να εφαρμοστούν εφόσον το επιλέξουν οι πολίτες με Νομοθετική τους Πρόταση. Για παράδειγμα, να δοθεί η δυνατότητα του εκλογέα για ταυτόχρονη εκλογή υποψηφίων από διαφορετικά ψηφοδέλτια. Ή να επιτραπεί η αναλογική συμμετοχή στο υπουργικό συμβούλιο όσων κοινοβουλευτικών κομμάτων το επιθυμούν. Ή τέλος να γίνονται υποχρεωτικές προκριματικές εκλογές για τη συγκρότηση των κομματικών ψηφοδελτίων. Αυτές και άλλες ιδέες θα μπορούσαν να συζητηθούν αναλυτικότερα σε άλλο κείμενο στο μέλλον, σίγουρα όμως μπορούν να αλλάξουν ριζικά τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.

Κάθε πολιτικό σύστημα είναι σαν ένας βιότοπος. Όπως δεν θα περίμενε να δει κάποιος αγελάδες να βόσκουν στην έρημο ή πολικές αρκούδες στη σαβάνα, έτσι είναι φαινάκη ή υποκρισία να περιμένει κάποιος ότι μπορούν να εκλεγούν ικανοί πολιτικοί σε ένα σύστημα που προάγει τη διαφθορά, το διπολισμό, την κομματοκρατία και τη διαπλοκή, μέσα σε περιτύλιγμα “ηρωικών σωτήρων”. Αν δεν αλλάξουμε τους κανόνες του συστήματος, αν δεν δοθεί η δυνατότητα στους πολίτες να ελέγχουν άμεσα και ακηδεμόνευτα την εξουσία, η οποία υποτίθεται ότι νομιμοποιείται από αυτούς, τότε θα παραμείνουμε να εκλέγουμε “λάθος πρόσωπα” σε ένα παιχνίδι σημαδεμένο εξαρχής.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s