Το δημοψήφισμα του Αλφρέδου

Το Μουσείο Μπενάκη επ’ευκαιρίας των 200 ετών από την Εθνεγερσία διοργάνωσε μεγάλη επετειακή έκθεση χωρισμένη σε 3 ενότητες: την πορεία προς την Επανάσταση (ενότητα I: 1770-1821), την εξέλιξη και ολοκλήρωση του Αγώνα (ενότητα ΙΙ: 1821-1831) και τις πρώτες δεκαετίες του νέου ελληνικού κράτους (ενότητα ΙΙΙ: 1831-1870). Η έκθεση περιλάμβανε χίλια διακόσια αντικείμενα τα οποία μπορεί κάποιον να δει και στο λεύκωμα της έκθεσης, μία εξαιρετική έκδοση του Μουσείου που την συνόδευε. 

Μεταξύ των εκθεμάτων βρισκόταν δύο τα οποία αφορούσαν σε μία άγνωστη στους πολλούς στιγμή της ελληνικής πολιτικής ιστορίας: το δημοψήφισμα που διεξήχθη μετά την Έξωση του Όθωνα για την εκλογή νέου Βασιλέα, το οποίο έμεινε στην ιστορία ως το Δημοψήφισμα του Αλφρέδου

Η προκήρυξη του δημοψηφίσματος έγινε με ψήφισμα της Προσωρινής Κυβέρνησης του 1862 (υπό την τριανδρία Δ.Γ. Βούλγαρης – Κ. Κανάρης – Μ. Ρούφος), την 19η Νοεμβρίου. Οι όροι διεξαγωγής του προσδιορίστηκαν ως εξής: σε 3 ημέρες από την έκδοση του ψηφίσματος και για διάστημα 10 ημερών σε κάθε δημαρχείο θα εκτίθετο δημόσιο πρωτόκολλο στο οποίο θα καταγράφονταν οι προτιμήσεις των εκλογέων. Τη διαδικασία θα επιτηρούσε 3μελής επιτροπής αποτελούμενη από το δήμαρχο, τον πρεσβύτερο των ιερέων και το δημοδιδάσκαλο. 

Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι Έλληνες πολίτες που είχαν συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλίκιας. Οι εκλογείς έγραφαν στο πρωτόκολλο το όνομα της αρεσκείας τους για το νέο Βασιλέα, χωρίς υποχρέωση να επιλέξουν από περιορισμένη λίστα υποψηφίων. Οι αγράμματοι μπορούσαν να συμμετέχουν με τον ιερέα να γράφει το όνομα της επιλογής τους για λογαριασμό τους. Για τους Έλληνες πολίτες του εξωτερικού παρόμοια πρωτόκολλα θα άνοιγαν σε κάθε ελληνική προξενική αρχή. 

Στο δημοψήφισμα τελικά ψήφισαν περισσότεροι από 240 χιλιάδες πολίτες. Ο πρίγκηπας Αλφρέδος, δευτερότοκος γιος της βασίλισσας Βικτωρίας και μετέπειτα Δούκας του Εδιμβούργου, έλαβε τις περισσότερες ψήφους: 230.701 έναντι 10.229 ψήφων που έλαβαν όλοι οι υπόλοιποι μαζί. Πέρα από διάφορα μέλη της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, 6 ψήφους πήρε ο Υψηλάντης, 3 ψήφους ο Γαριβάλδης, 2 ο Μέγας Ναπολέων και μόλις 1 ψήφο ο τέως βασιλιάς Όθων. Ο Γουλιέλμος της Δανιμαρκίας, ο μετέπειτα βασιλιάς Γεώργιος ο Α’, πήρε μόλις 6 ψήφους. Κάποιοι πολίτες επέλεξαν “βασιλιά” (1.700 ψήφοι), ή οποιονδήποτε από την Αυλή της Τσαρικής ή της Γαλλικής οικογένειας ή απλώς έναν οποιονδήποτε Ορθόδοξο βασιλιά. 

Η συμμετοχή θεωρήθηκε εξαιρετικά υψηλή για την εποχή. Ο πληθυσμός των ελεύθερων τότε περιοχών μετά βίας ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο, αλλά αν αφαιρεθούν οι γυναίκες και όσοι ήταν κάτω των 20 ετών, τότε ο αριθμός των ψηφισάντων πλησίαζε τον αριθμό όσων είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν. 

Το πολιτικό παρασκήνιο

 Η Ελλάδα μετά την Έξωση του Όθωνα είχε περάσει σε μία περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας και αστάθειας, την οποία φαινόταν να εκμεταλλεύεται η Αγγλία. Η Αγγλία αν και είχε υπονομεύσει τον Όθωνα και υποδαυλίσει την Έξωση του, κωλυσιεργούσε παραδειγματικά στην εξεύρεση λύσης, προσπαθώντας αφενός να διαμορφώσει τις συνθήκες προς όφελος της, αφετέρου να εμποδίσει παντί τρόπω την εκλογή κάποιου πρίγκηπα από την τσαρική οικογένεια στον ελληνικό θρόνο. 

Το όνομα του Αλφρέδου είχε πρωτοαναφερθεί στην ελληνική εφημερίδα “Πρωινός Αστήρ” του Λονδίνου μαζί με κάποια υπονοούμενα ότι μπορεί να συνοδεύονταν από “προίκα”, δηλαδή την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Ο ελληνικός λαός κουρασμένος από την αστάθεια και δελεασμένος με την προοπτική της ένωσης αντέδρασε με ενθουσιασμό στα νέα. Η προσωρινή κυβέρνηση υπερβαίνονταν την εντολή που είχε (σύγκλιση Εθνοσυνέλευσης που θα αποφάσιζε για τον ηγεμόνα της χώρας) προκήρυξε το δημοψήφισμα, θεωρώντας ότι θα μπορούσε να εκβιάσει τη λήξη της αβεβαιότητας με την εκλογή του Αλφρέδου. Ωστόσο, φαίνεται ότι άθελα τους μετατράπηκαν σε όργανο στα χέρια της βρετανικής διπλωματίας που με τον τρόπο αυτό αυτοαναγορεύτηκε ως “ανάδοχος” του νέου βασιλέα – εργαλειοποιώντας την λαϊκή αποδοχή προς όφελος της – παρά το ότι η εκλογή του Αλφρέδου είχε αποκλειστεί οριστικά από τη βασίλισσα Βικτώρια. 

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος επισημοποιήθηκε από την Εθνοσυνέλευση που τον ανακήρυξε Συνταγματικό Βασιλιά των Ελλήνων, τον Ιανουάριο του 1863. Τελικά τον Μάρτιο του 1863 αποφασίστηκε στη Μ. Βρετανία ότι το στέμμα θα δινόταν στον αδερφό του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου Ζ’, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα ως Γεώργιος ο Α’.
Παρά τις μεγάλες οργανωτικές και πολιτικές αδυναμίες το δημοψήφισμα του Αλφρέδου έδειξε τη δίψα των πολιτών να διαμορφώσουν τις τύχες του νέου βασιλείου και την ωριμότητα τους να μεταφέρουν τις εμπειρίες των αμεσοδημοκρατικών θεσμών από τις κοινότητες τους στην ευρύτερη κοινότητα του κράτους. Να υπενθυμίσουμε ότι στην Ελβετία μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν εισάγει τους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς (τα συνταγματικά δημοψηφίσματα) σε επίπεδο κράτους. Δυστυχώς, το παγκοσμίως μοναδικό αυτό εγχείρημα στα χρονικά, η εκλογή μονάρχη άμεσα από το λαό, δεν είχε συνέχεια και δεν μετουσιώθηκε σε ένα σταθερότερο και πιο δομημένο θεσμό άμεσης πολιτικής έκφρασης από το λαό.    


Περισσότερα στοιχεία


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s