Απορρίφθηκαν τα μέτρα της Συμφωνίας για το Κλίμα μετά από δημοψήφισμα στην Ελβετία

H 13η Ιουνίου πέρα από το δημοψήφισμα για την κυβερνητική πολιτική για τον COVID-19 [1] ήταν η ημέρα διεξαγωγής ενός ακόμη σημαντικού δημοψηφίσματος: την επικύρωση ή απόρριψη του νόμου για την Κλιματική Αλλαγή, γνωστός και ως “Νόμος CO2”. Ο νόμος προέβλεπε μια σειρά μέτρων με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ώστε η Ελβετία να πετύχει τους στόχους που έθεσε η Διεθνής Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα.

Οι πολίτες όμως διαφώνησαν με τα μέτρα αυτά. Ο νόμος απορρίφθηκε με ποσοστό 51,6% επί των ψηφισάντων (ψήφισε το 60% των πολιτών), σχεδόν σε όλα τα καντόνια εκτός από τη Ζυρίχη, την πόλη της Βασιλείας, τη Γενεύη, τη Λωζάνη (Βω) και το Νωσατέλ, στα οποία πλειοψήφισαν οι πολίτες που ενέκριναν το νόμο. Το πολιτικό μήνυμα είναι ακόμη εμφατικότερο εάν συνυπολογιστεί ότι εκτός από το Λαϊκό Ελβετικό κόμμα (SVP/UDC) όλα τα υπόλοιπα μεγάλα κόμματα υποστήριζαν τον νόμο. Η υπουργός περιβάλλοντος Simonetta Sommaruga δήλωσε ότι η απόφαση αυτή καθιστά αδύνατη την επίτευξη των στόχων που έθεσε η κυβέρνηση αλλά αυτό δεν θα οδηγήσει στην αποχώρηση της Ελβετίας από τη Συμφωνία των Παρισίων.  

Παρά την απουσία στήριξης από κεντροδεξιά και αριστερά κόμματα ο συνασπισμός που πέτυχε την ακύρωση του νόμου είχε την υποστήριξη πολλών κοινωνικών και οικονομικών φορέων: από τις εταιρείες πετρελαίου και τις ενώσεις επιχειρήσεων για το αυτοκίνητο, μέχρι τις ενώσεις ιδιοκτητών ακινήτων και τη GastroSwiss, τη συνομοσπονδία επιχειρήσεων εστίασης. Ο νόμος περιλάμβανε σειρά μέτρων με στόχο τη μείωση εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, περιλαμβανομένων των οικιακών εκπομπών θέρμανσης, την αυτοκίνηση και τα αεροπορικά ταξίδια, τα οποία θεωρήθηκαν ότι πλήττουν δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις και όσους είναι υποχρεωμένοι από τις συνθήκες να χρησιμοποιούν αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις τους. Τέλος, αμφισβητείται η ρεαλιστική αποτελεσματικότητα των μέτρων καθώς ακόμη κι αν επιτύγχαναν πλήρως τους στόχους τους δεν θα είχαν απτά αποτελέσματα στο κλίμα όσο δεν εφαρμόζουν σημαντικά περιοριστικά μέτρα οι δύο κύριοι “παίκτες”, Κίνα και ΗΠΑ.

Από την άλλη πλευρά, υπέρ του νόμου CO2, τέθηκαν οι Πράσινοι της Ελβετίας, διάφορες ΜΚΟ και επαγγελματίες οικο-ακτιβιστές, εταιρείες που παράγουν “πράσινα” και εναλλακτικά προϊόντα και άλλες ομάδες πολιτών. Επίσης, λίγες ημέρες πριν την ψηφοφορία 160 μέλη του κοινοβουλίου από διάφορες παρατάξεις εξέδωσαν ανακοίνωση υποστήριξης χωρίς ωστόσο να πείσουν τους πολίτες. 

Το μεγαλύτερο βάρος της συζήτησης γύρω από το νόμο το σήκωσε το ζήτημα του “CO2 φόρου”, ο οποίος φαίνεται να επηρέασε την κρίσιμη μάζα των ψηφοφόρων που έκριναν το αποτέλεσμα. Παρά τις διαβεβαιώσεις των ακτιβιστών ότι επιτεύχθηκε ένας “τίμιος συμβιβασμός” κατά την περίοδο της δημόσιας διαβούλευσης με τους κοινωνικούς φορείς (ένα κρίσιμο και ζωτικό χαρακτηριστικό της ελβετικής πολιτικής ζωής, αποτέλεσμα – εν πολλοίς – της ύπαρξης των αμεσοδημοκρατικών θεσμών που “αναγκάζουν” έμμεσα τους πολιτικούς να αφουγκράζονται με προσοχή την κοινωνία [2]) οι πολίτες δεν είχαν την ίδια άποψη. Είναι προφανές ότι θεωρούν πως το βάρος των “πράσινων φόρων” το επιμερίζονται δυσανάλογα πολύ οι πολίτες και οι επιχειρήσεις των μεσαίων και κατώτερων εισοδημάτων, πολλοί εκ των οποίων δεν έχουν βιώσιμες εναλλακτικές για να τους αποφύγουν καθώς εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα. 

Οι “πράσινοι φόροι” και, σε μικρότερο βαθμό, οι “πράσινες επιδοτήσεις” θεωρούνται ότι κατά κανόνα υιοθετούνται από τις σοσιαλίμπεραλ και ακτιβιστικές ελίτ επειδή διευκολύνουν τη δική τους ζωή (γενικότερα, τα ευκατάστατα μέλη της κοινωνίας) αλλά στοχοποιούν τους μικρομεσαίους. Ο Κριστόφ Γκιλλουΐ στο βιβλίο του “Νο Society – Το τέλος της μεσαίας τάξης στη Δύση” περιέγραψε το αντίστοιχο φαινόμενο στη Γαλλία όπου οι περιχαρακωμένες στις μητροπόλεις άρχουσες τάξεις έδωσαν το λογαριασμό των οικολογικών τους “ανησυχιών” στους φτωχούς και τους μικρομεσαίους των περιφερειών, οι οποίοι εξαρτώνται από τα βενζινοκίνητα αυτοκίνητα τους [3]. Αντίθετα, οι ελίτ (πολιτικές, οικονομικές, διανοουμενίστικες και μηντιακές) χρησιμοποιούν συχνά το αεροπλάνο για να πετούν προς τους δημοφιλείς προορισμούς τους πάνω από τις περιοχές που περιθωριοποιούν, κάνοντας τον Ζ.Κ. Μισεά να αναφέρεται ειρωνικά στην “Αριστερά της Κηροζίνης”, καθώς πολλά από τα μέτρα υποστηρίζονται ένθερμα και μαζικά από “εναλλακτικούς” και “οικολόγους” αριστερούς. 

Όλα τα παραπάνω έχουν σαφώς και μία έντονη πολιτισμική διάσταση η οποία δεν διέφυγε της προσοχής των ελβετικών ΜΜΕ. Η Le Temps έγραφε την επομένη του δημοψηφίσματος για το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των αστικών και των αγροτικών περιοχών και την απόπειρα των ακτιβιστικών ελίτ των μεγάλων πόλεων να κάνουν υποδείξεις ή – ακόμη χειρότερα – να επιβάλουν περιορισμούς στον τρόπο ζωής των κατοίκων των ορεινών και αγροτικών περιοχών. Είναι ενδεικτικό ότι εκτός από το Νόμο του CO2 την ίδια ημέρα καταψηφίστηκαν και 2 νομοθετικές πρωτοβουλίες οικολογικών/ακτιβιστικών ομάδων για τον αέρα, το νερό και τα εντομοκτόνα. Σε άλλες περιπτώσεις, π.χ. στη Γαλλία, η δυσαρέσκεια των περιθωριοποιημένων τάξεων δεν άργησε να εξελιχθεί σε οργή που οδήγησε στην εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων καθώς οι Γάλλοι δεν διαθέτουν θεσμικά, πολιτικά εργαλεία για να επιστρέψουν τα ανισοβαρή μέτρα στους εμπνευστές τους. Αντιθέτως, οι Ελβετοί, έχοντας το όπλο των δημοψηφισμάτων, μπορούν να επιβάλουν το “μέτρο” όταν οι ελίτ τους δείχνουν ότι το έχουν χάσει, χωρίς βία και διαδηλώσεις. 

Οι λεπτομέρειες των μέτρων και οι πιθανές συνέπειες τους χρειάζεται να μελετηθούν με προσοχή για να κατανοήσουμε τη βάση του προβλήματος αλλά και να αποκρυπτογραφήσουμε πλήρως το μήνυμα που έδωσαν οι ψηφοφόροι. Γνωρίζοντας το ελβετικό πολιτικό σύστημα και τη σημαντικότητα της ενδελεχούς διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών φορέων (vernehmlassungsverfahren) μπορεί κάποιος να υποθέσει με σιγουριά ότι ο προταθείς νόμος ήταν σίγουρα περισσότερο ισορροπημένος και “δουλεμένος” στις λεπτομέρειες του από τους αντίστοιχους άλλων χωρών με αντιδημοκρατικό κοινοβουλευτισμό (π.χ. Γαλλία ή Ελλάδα), Θα ήταν χρήσιμο εάν αυτή η υπόθεση μπορούσε να επιβεβαιωθεί ή απορριφθεί με μία δομημένη, αξιόπιστη, επιστημονική μελέτη σε ακαδημαϊκό πλαίσιο γιατί σίγουρα θα προκύψουν σημαντικά συμπεράσματα για την έμμεση επίδραση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών και τον τρόπο αλληλεπίδρασης των πολιτικών ελίτ με τους εκλογείς τους. Ακόμη όμως και με τα διαθέσιμα δεδομένα ως τώρα, είναι προφανές ότι η πλειοψηφία των πολιτών θεώρησε “άδικα” και δυνητικά “επικίνδυνα” τα μέτρα και τα απέρριψε. Είναι ευθύνη των ελίτ τώρα να αξιολογήσουν σωστά το μήνυμα της κάλπης και να προχωρήσουν σε διορθωτικές κινήσεις που θα ικανοποιούν τις ανάγκες των εκλογέων τους και όχι το πολιτικό Καρτέλ. 


[1] Όταν αναφερόμαστε στην Ελβετία, μιλάμε πάντα για “δημοψήφισμα πολιτών” που ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΤΑΙ να πραγματοποιήσει η κυβέρνηση εφόσον μία ομάδα πολιτών συγκεντρώσει πάνω από 50 χιλ. έγκυρες υπογραφές εντός 6 μηνών από την ψήφιση του νόμου (ο νόμος παραμένει ανενεργός στο διάστημα αυτό) και έχουν ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΟ αποτέλεσμα. Δηλαδή, η κυβέρνηση ή/και το κοινοβούλιο δεν έχουν καμία δύναμη να το εμποδίσουν – εάν οι πολίτες ψηφίσουν υπέρ της ακύρωσης του νόμου, αυτός ακυρώνεται αυτόματα. Κοντολογίς, οι πολίτες ΕΧΟΥΝ πραγματική πολιτική εξουσία! 

[2] Υπάρχει ένας ειδικός πολιτικός όρος στο ελβετικό λεξιλόγιο, το “referendunmsdrohung” δηλαδή “ο φόβος του δημοψηφίσματος”, που περιγράφει αυτό το φαινόμενο. 

[3] “Δυσανάλογα μέτρα” δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι υπάρχει δυσανάλογη επιβάρυνση σε απόλυτα νούμερα ή ακόμη και αναλογικά ως προς το ετήσιο εισόδημα. Ακόμη και σχετικά μικρά οικονομικά βάρη στα μικρομεσαία εισοδήματα μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές περικοπές σε ζωτικές δαπάνες του νοικοκυριού (π.χ. στη διατροφή, την υγεία ή την εκπαίδευση) ενώ μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στα ανώτερα εισοδήματα μπορεί να μην έχουν δραματικές συνέπειες. 


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s