Ελβετικά δημοψηφίσματα και Ισλαμικά σύμβολα

02 Απριλίου 2021: προστέθηκε το «υστερόγραφο 1» με αναφορά στην ελβετική παράδοση παρέμβασης σε θρησκευτικά σύμβολα με έντονη πολιτική σημειολογία.

Η Κυριακή 7 Μαρτίου είχε οριστεί ως ακόμη μία ημέρα ψηφοφορίας στην Ελβετία. Τέσσερις φορές το χρόνο οι Ελβετοί προσέρχονται στις κάλπες για να ψηφίσουν σε μια σειρά δημοψηφισμάτων που διαφέρουν ανάλογα με τον τόπο κατοικίας και καταγωγής τους καθώς διαιρούνται σε δημοτικά, καντονικά και εθνικά (για όλη τη χώρα). Αυτήν την Κυριακή μεταξύ άλλων είχε εκτεθεί στην ψήφο των πολιτών και η Νομοθετική Πρόταση ομάδας πολιτών για την απαγόρευση της κάλυψης του προσώπου σε δημόσιους χώρους (εξαιρείται η χρήση μάσκα για υγειονομικούς λόγους καθώς και για επαγγελματικούς και κλιματολογικούς λόγους). Η Πρόταση ήταν γνωστή ως “απαγόρευση της μπούρκα” καθώς μεταξύ των άλλων απαγορεύει τη δημόσια χρήση της, αλλά επιτρέπεται να φοριέται σε χώρους λατρείας. 

Τελικά το 51,21% των ψηφισάντων, που πλειοψήφισαν σε 20 από τα 26 καντόνια, ενέκριναν την απαγόρευση. Η προσέλευση ήταν λίγο πάνω από 50%, δηλαδή κινήθηκε λίγο-πολύ στα συνηθισμένα επίπεδα για δημοψηφίσματα. Αυτή ήταν η 23η περίπτωση στα τελευταία 130 χρόνια που ισχύει ο θεσμός, που μία Νομοθετική Πρόταση Πολιτών σε εθνικό επίπεδο έγινε δεκτή από το εκλογικό σώμα. Μετά την υπερψήφιση της η πρόταση θα ενσωματωθεί στο Ελβετικό Σύνταγμα ως νέο άρθρο του.

H απαγόρευση της μπούρκα είχε εγκριθεί για πρώτη φορά σε τοπικό επίπεδο. Με ποσοστό περίπου 65% οι πολίτες στο ιταλόφωνο καντόνι του Τιτσίνο, μετά από δημοψήφισμα στις 22 Σεπτ. 2013, υπερψήφισαν σχετική πρόταση για το καντόνι, ενώ το Σεπτέμβριο του 2018 ακολούθησε το γερμανόφωνο καντόνι του Σαιντ Γκάλλεν με ποσοστό 67%. Σε 3 άλλα καντόνια (στο Σβιζ, στο Γκλαρύς και στη Ζυρίχη) απορρίφθηκαν παρόμοιες προτάσεις στο παρελθόν, είναι ενδιαφέρον ωστόσο ότι οι κάτοικοι των δύο πρώτων καντονιών τώρα ψήφισαν υπέρ της απαγόρευσης, ενώ στη Ζυρίχη η πλειοψηφία επέμεινε στο “ΟΧΙ”. Η δυνατότητα απαγόρευσης ανά καντόνι ήταν ένα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου για να  αρνηθούν να νομοθετήσουν συνολικά υπέρ της απαγόρευσης προτού φτάσει η Νομοθετική Πρόταση στις κάλπες, μία δυνατότητα που έχουν οι πολιτικές ελίτ για να προσαρμοστούν στα αιτήματα των πολιτών ώστε να αποφεύγεται η προσφυγή στις κάλπες. Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι στην πραγματικότητα η απαγόρευση αφορά μικρό αριθμό γυναικών (ακούγεται από το 2013 το νούμερο των 100 γυναικών, αν και είναι άγνωστο πόσο αξιόπιστος είναι ο υπολογισμός). 

Εκτός από τα πολιτικά επιχειρήματα υπήρξαν αντιδράσεις και από οργανώσεις μουσουλμάνων, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το χαρτί της “ισλαμοφοβίας”. Ο Ferah Ulucay, γενικός γραμματέας του Κεντρικού Ισλαμικού Συμβουλίου της Ελβετίας (ICCS) δήλωσε ότι το αποτέλεσμα “ήταν απογοητευτικό για πολλούς μουσουλμάνους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελβετία” και ότι “συνέδεσαν την ισλαμοφοβία με το Ελβετικό Σύνταγμα”. Ο Pascal Gemperli, εκπρόσωπος της Ομοσπονδίας Ισλαμικών Ομίλων Ελβετίας θεωρεί “ότι το αποτέλεσμα στοχοποιεί συγκεκριμένη ομάδα όπως με (το δημοψήφισμα για) τους μιναρέδες” και πλειοδότησε σε κινδυνολογία λέγοντας ότι φοβάται για την ασφάλεια των Μουσουλμάνων στη χώρα – δήλωση πραγματικά αξιοπερίεργη καθώς δεν υπάρχουν γεγονότα που να δικαιολογούν ρεαλιστικά κάτι τέτοιο. 

Από την αντίθετη πλευρά, ο αντίλογος κινήθηκε στο πλαίσιο των αξιών της χώρας με το οποίο θεωρούν ότι συγκρούεται η υποχρεωτική κάλυψη του προσώπου και του σώματος των γυναικών με τη μπούρκα. Αυτό υποστήριξαν οι εκπρόσωποι του δεξιού-λαϊκού κόμματος SVP (Schweizerische Volkspartei) επισημαίνοντας την πολιτική διάσταση της μπούρκα ως σύμβολο του ριζοσπαστικού Ισλάμ, άποψη την οποία συμμερίζονται και ομάδες προοδευτικών μουσουλμάνων και φεμινιστριών της χώρας. Η Saida Keller-Messahli, ιδρύτρια του Φόρου για ένα Προοδευτικό Ισλάμ χαιρέτησε το αποτέλεσμα ως ένδειξη απόρριψης “μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας που δεν έχει θέση σε μία δημοκρατία”. Η ίδια είχε δηλώσει για παρόμοιο ζήτημα το 2016 ότι “πρόκειται για κάτι παραπάνω από ένα κομμάτι ύφασμα, έχει να κάνει με τον σαλαφιστικό μισογυνισμό”. Ο ιμάμης της Βέρνης, αλβανικής καταγωγής, Mustafa Memeti είχε δηλώσει τότε ότι η μπούρκα “είναι παραλογισμός, είναι θεολογικά αστήρικτη και δεν αποτελεί μουσουλμανικό προαπαιτούμενο”.

 SVP's anti-minaret poster

Στο χώρο του ακτιβιστικού φεμινισμού τα πράγματα είναι λιγότερο ξεκάθαρα καθώς είχαν ακουστεί και φωνές που υποστηρίζουν ότι είναι ζήτημα “επιλογής της γυναίκας”, ενώ πολλές φεμινίστριες προσπάθησαν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις. Ενδιαφέρον έχει ως προς αυτό η άποψη της μουσουλμάνας καθηγήτριας πανεπιστημίου, με καταγωγή από την Υεμένη, Elham Manea της οποίας το βιβλίο “Οι Κίνδυνοι του μη-βίαιου Ισλαμισμού” (The Perils of Nonviolent Islamism) κυκλοφόρησε πρόσφατα (περισσότερα για το βιβλίο εδώ). Ερωτηθείσα από τη Wall Street Journal σχετικά, η Manea απέρριψε κατηγορηματικά το επιχείρημα της “ελεύθερης επιλογής ενδυμασίας” λέγοντας ότι “δεν είναι δυνατόν να διαχωρίσεις τη μπούρκα και το νικάμπ από το θρησκευτικό και πολιτικό τους πλαίσιο και να το μετατρέψεις απλώς σε ένα ζήτημα “επιλογής”. Η μπούρκα δεν έρχεται απ’το πουθενά”, εννοώντας ότι υπάρχει ένα ιδεολογικό παρελθόν που αναμφίβολα έρχεται μαζί με την “επιλογή” αυτή.

Εκτός από την Ελβετία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν απαγορεύσει πλήρως κάθε είδους μάσκα που καλύπτει το πρόσωπο σε δημόσιο χώρο (με αναφορές και στη μπούρκα) όπως η Δανία, η Αυστρία και η Γαλλία, ενώ σε άλλες περοχές (π.χ. τη Νορβηγία ή κάποια γερμανικά ομόσπονδα κρατίδια) η απαγόρευση αφορά μόνο σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα. Είναι ενδεικτικό επίσης ότι στα πρώτα 3.5 χρόνια εφαρμογής της απαγόρευσης στο Τιτσίνο (ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2016) επιβλήθηκαν 60 πρόστιμα με το νόμο αυτό, εκ των οποίων τα 28 αφορούσαν γυναίκες με μπούρκα ενώ τα 32 χούλιγκαν σε αθλητικούς αγώνες.

  

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ιδεολογικοπολιτικές προεκτάσεις των ισλαμικών συμβόλων ήρθαν στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου της Ελβετίας. Το Νοέμβριο του 2009 μία άλλη νομοθετική πρωτοβουλία πολιτών υπερψηφίστηκε από το 57,5% οδηγώντας στην απαγόρευση των μιναρέδων για όσα νέα τζαμιά χτίζονται στην Ελβετία. 

Πέρα από τα αμιγώς ισλαμικά θέματα, το ζήτημα του αριθμού των μουσουλμάνων μεταναστών (ειδικά των παρανόμων και των αιτούντων άσυλο), της ζωής τους, της στάσης τους απέναντι στη χώρα φιλοξενίας και της ενσωμάτωσης τους έχουν τεθεί έμμεσα και σε διάφορα δημοψηφίσματα που αφορούν μεταναστευτικά ζητήματα. Τον Ιούνιο του 2008 απορρίφθηκε με ποσοστό 63,75% νομοθετική πρωτοβουλία που θα καθιστούσε νόμιμη τη δυνατότητα να αποφασίζουν με δημοψήφισμα όποιες κοινότητες το επιλέξουν για το αν θα δώσουν υπηκοότητα σε αιτούντες και σε ποιούς από αυτούς.  Το Φεβρουάριο του 2016 οι Ελβετοί απέρριψαν με ποσοστό 58,9% την πρόταση πολιτών για αλλαγή του νόμου για τις απελάσεις. Η αλλαγή ουσιαστικά θα οδηγούσε στην απέλαση κάθε λαθρομετανάστη που καταδικαζόταν για κάποια παρανομία, ανεξαρτήτως σοβαρότητας. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους απορρίφθηκε με ποσοστό 66,8% ακυρωτικό δημοψήφισμα για την τροποποίηση του νόμου περί ασύλου που εισήγαγε φιλομεταναστευτικές διατάξεις, όπως η δωρεάν παροχή νομικής βοήθειας από τα καντόνια. Tον Φεβρουάριο του 2017 απορρίφθηκε με ποσοστό 60,4% ακυρωτικό δημοψήφισμα για τον ομοσπονδιακό νόμο για να δοθεί υπηκοότητα στους μετανάστες τρίτης γενιάς. Το δημοψήφισμα αυτό είχε επίσης μία ισχυρή μουσουλμανική διάσταση καθώς η ομάδα πολιτών που ζήτησε το δημοψήφισμα για την ακύρωση του νόμου εστίασε στο πρόβλημα ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων παρουσιάζοντας μία γυναίκα με μπούρκα στις αφίσες. Οι εκπρόσωποι της ομάδας υποστήριξαν ότι ο νόμος μπορεί να απειλήσει τη χώρα εξαιτίας της ριζοσπαστικοποίησης κάποιων νέων μουσουλμάνων.

 

Οι Ελβετοί έχουν αποδείξει ότι δεν διστάζουν να αγγίξουν, να διαλεχθούν δημόσια και τελικά να αποφασίσουν μετά από ψηφοφορία για ζητήματα που θεωρούνται αμφιλεγόμενα (ή και «απαγορευμένα») από την ορθοπολιτική καλλιέπεια. Κάποια από αυτά προσπαθούν να θέσουν τα όρια μεταξύ των ατομικών “δικαιωμάτων” όπως η θρησκευτικότητα, και το δημόσιο δικαίωμα εθνικών και πολιτικών κοινοτήτων να προασπίζουν τον χαρακτήρα, τα έθιμα και τα ήθη της κοινότητας που μοιράζονται. Το ριζοσπαστικό Ισλάμ με την αναμφίβολη οξεία πολιτική διάσταση κάποιων συμβόλων του φαίνεται ότι αποτελεί συχνό σημείο τριβής. Μαζί μ’αυτό όμως συχνά έρχονται στο προσκήνιο συναφή αλλά ευρύτερα θέματα όπως το ποιος και με ποια κριτήρια επιτρέπει σε άτομα εκτός της κοινότητας να γίνουν πολίτες, ποια είναι τα όρια της ανοχής και της ενσωμάτωσης, ποια είναι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όσων αιτούνται ασύλου και πολλά άλλα. Το παρήγορο για τους Ελβετούς είναι ότι τις απαντήσεις μπορούν να τις δίνουν οι ίδιοι αναλαμβάνοντας τις ευθύνες των αποφάσεων τους, σύμφωνα με ότι θεωρούν καλύτερο για τη Δημοκρατία τους. 


Ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκυμαντέρ για τις γυναίκες που φορούν μπούρκα στο Αφγανιστάν μπορεί να βρεθεί εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=iL0ApVOSFuk Μετά το 26ο λεπτό περιλαμβάνει και πλάνα από μέσα από τη μπούρκα που δείχνουν πως φαίνεται ο κόσμος μέσα από το δικτυωτό που καλύπτει τα μάτια της γυναίκας που τη φορά. 


Υστερόγραφο 1 (21 Απρ 2021): Η Ελβετία έχει ιστορική παράδοση στην επιβολή περιορισμών σε εκδηλώσεις θρησκευτικής πίστης που έχουν σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις. Εμβληματικότερη ήταν η πλήρης απαγόρευση του τάγματος των Ιησουϊτών από τη χώρα, απόφαση που συνδέεται με τον εμφύλιο πόλεμο του Χωριστού Συνασπισμού (Sonderbund) που σχημάτισαν 7 καθολικά καντόνια. Τα γεγονότα ξεκίνησαν από το καντόνι του Aargau με την έγκριση νέου καντονικού συντάγματος που καταργούσε την ισοδύναμη εκπροσώπιση καθολικών και προτεσταντών στην τοπική βουλή. Οι καθολικοί αντέδρασαν και κινητοποιήθηκαν με σκοπό την απόσχιση και το σχηματισμό χωριστού καντονιού (παρόμοιο παράδειγμα είναι η διαίρεση του Appenzell το 1597 στα δύο “μισά” καντόνια Appenzell Innerrhoden and Appenzell Ausserrhoden με βάση το θρήσκευμα των κατοίκων). Η κυβέρνηση του Aargau αποφάσισε το 1841 το κλείσιμο 8 καθολικών μοναστηριών στο καντόνι, την κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους και την απέλαση όλων των μοναχών σε δύο (!) ημέρες. Τα μοναστήρια είχαν θεωρηθεί ότι συντόνιζαν τις κινητοποιήσεις της απόσχισης. 

Αυτό προκάλεσε γενικευμένη αντίδραση των καθολικών στην ελβετική συνομοσπονδία καθώς τα μοναστήρια και η περιουσίες τους προστατεύονταν από το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα. Η αντίδραση ήρθε από το κυριότερο καθολικό καντόνι της Λουκέρνης που κάλεσε τους Ιησουΐτες μοναχούς να αναλάβουν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του καντονιού το 1844. Οι ριζοσπάστες και οι φιλελεύθεροι σε όλη την Ελβετία αντέδρασαν οξύτατα καθώς θεωρούσαν τους Ιησουΐτες σύμβολο πνευματικής σκλαβιάς και πολιτικής καταπίεσης και επιχείρησαν να ανατρέψουν με τα όπλα της κυβέρνηση της Λουκέρνης δύο φορές, με ορμητήριο τη Βέρνη, στο τέλος του 1844 και την άνοιξη του 1845. Η αποτυχημένη προσπάθεια εξωγενούς επέμβασης στη Λουκέρνη ώθησε τα καθολικά καντόνια να σχηματίσουν την (αντισυνταγματική) ένωση του Sonderburg. Το Σεπτέμβριο του 1847 η Ομοσπονδιακή Δίαιτα υπεψήφισε την αποβολή των Ιησουΐτών από τη χώρα, και το Νοέμβριο ξεκίνησαν οι εμφύλιες συγκρούσεις που διήρκησαν 3 εβδομάδες και έληξαν με την ήττα των καθολικών. Την άνοιξη του 1848 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα που περιέλαβε την απαγόρευση ύπαρξης του τάγματος των Ιησουΐτών στην Ελβετία και, παράλληλα, εισήγαγε νέους θεσμούς που ενίσχυσαν τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της χώρας (τότε πρωτοσχηματίστηκε Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση με 7 μέλη, δομή που παραμένει ως έχει μέχρι σήμερα). 

Η απαγόρευση ήρθη το 1973, 125 χρόνια μετά το σχετικό άρθρο του Συντάγματος, με δημοψήφισμα. Η άρση της απαγόρευσης υπερψηφίστηκε από το 54,9% των ψηφισάντων.  


Τα παραπάνω ιστορικά δεδομένα αποδεικνύουν πόσο ρηχή και πρόχειρη είναι η προσέγγιση των δικαιωματιστών όταν εκτοξεύουν κατηγορίες για “ισλαμοφοβία”, με αφορμή την απαγόρευση της μπούρκας και των μιναρέδων. Η ιστορία της Ελβετίας αποδεικνύει ότι οι πολίτες στρέφονται εναντίον των συμβόλων και των ομάδων που δρουν διαλυτικά και υπονομεύουν την κοινωνική και πολιτική συνοχή του Δήμου, ακόμη και όταν αυτό γίνεται πίσω από το πρόσχημα της “θρησκευτικής έκφρασης”. Στα πλαίσια της νόμιμης αυτοπροστασίας των κοινοτήτων, των πολιτικών ελευθεριών και του ανθρώπινου δικαιώματος να ζουν τα μέλη μίας κοινότητας χωρίς το φόβο υπονομευτικών ενεργειών εναντίον της Δημοκρατίας είναι απολύτως κατανοητή ηθικά η πολιτική περιορισμών σε θρησκευτικές ομάδες που αποτελούν κίνδυνο γι’αυτά τα δικαιώματα. Οι αποφάσεις αυτές δεν στρέφονται εναντίον συγκεκριμένων δογμάτων ή θρησκειών αλλά εναντίον συγκεκριμένων ενεργειών, συμβόλων και πρακτικών.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s